Θα μπω κατ’ ευθείαν στο θέμα, γιατί αυτό που μου γράφεις με έκανε έξω φρενών. Άμα είσαι στην πίεση, τρέχεις στις αγγαρείες, στις ασκήσεις και στα καψόνια, που χρόνος για γράμματα; Ακόμα και στον ύπνο μου δουλεύω. Βλέπω εφιάλτες ότι με καψωνάρουν κι ότι κάνω αγγαρίες με αποτέλεσμα το πρωί να σηκώνομαι ψόφιος στην κούραση. Αυτά…
Κοίτα μην το πάρεις, πως βάζω τις φωνές, να απλώς ήμουν νευριασμένος με ένα παλιό και τα νεύρα μου μεταφέρθηκαν στο χαρτί. ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Ok;
Πες μου τα νέα σου. Τι κάνεις εσύ; Η δουλειά πως πάει; Και τώρα μια σημαντική ερώτηση που θα ήθελα να μου απαντήσεις μέσα από την καρδιά σου, με ειλικρίνια και σαν να μην είχαμε τίποτα μεταξύ μας. Τώρα που άνοιξες τα ματάκια σου και κατάλαβες ότι πρέπει να ζεις μόνο για την Μαρίνα κι όλα αυτά τα σχετικά που ‘χαμε συζητήσει τελευταία φορά, αλλά και στις διακοπές μας μαζί με τον Γιάννη, έχεις δει καμία αλλαγή;
Απάντησέ μου κι άρχισε να μετράς αντίθετα 10-15 ημέρες για να με ξαναδείς. Σου στέλνω ένα φακελάκι με καφέ για να περνούν οι ώρες ώσπου να ‘ρθω κι ένα σκοινί με 15 κόμπους για να λύνεις ένα κάθε μέρα, για να νοιώσεις πως δένω έναν εγώ κάθε μήνα.
Κοίταξα τον φάκελο. Δεν υπήρχε ούτε φακελάκι με καφέ ούτε καν κάποιο κομποσκοίνι για να λύνω τον κάθε κόμπο που εκείνος θα έδενε κάτω μέχρι να έρθει και να με βρει.
Όμως δεν με άφησε με το παράπονο και το πρώτο γράμμα το ακολουθούσε κι ένα δεύτερο. Ή δεν θα έγραφε καθόλου ή θα τα έστελνε δυο-δυο! Ήταν σαν να ήθελε να μου προκαλεί τον θυμό ώστε να με αποζημιώνει έπειτα εις διπλούν!
Μωράκι μου γεια σου. Τι μου κάνεις; Σε πήρα τηλέφωνο για να ακούσω την φωνή σου αλλά εσύ έλειπες. Δεν πειράζει! Εσύ να ‘σαι καλά κι άσε τους άλλους να κουρεύονται.
Τσαντίστηκες που σου είχα γράψει ότι είναι νωρίς ακόμη για το ‘σ’ αγαπώ’ κι ότι είμαι ακόμη στην Τόνια κολλημένος; Όχι δεν πρέπει, γιατί θα έρθει κι εσένα η σειρά σου κι αν συνεχίσουν έτσι τα πράγματα, θα είναι πολύ σύντομα.
Τώρα που σου γράφω βρίσκομαι σε άσκηση. Κάτι άλλο τώρα, έχω βάλει τους δικούς μου να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να φύγω από εδώ και να έρθω ή στην Αθήνα ή στον Βόλο. Έτσι θα είμαι πιο κοντά σου για να έρχομαι συχνά να σε βλέπω.
Αν πραγματικά έχεις δει αλλαγές στον εαυτό σου, θα αρχίσω να φοβάμαι να μην σε χάσω, γιατί τώρα θα δεις πόσοι σε περιτριγυρίζουν που είναι και πιο όμορφοι από εμένα. Αλλά μπα, σου έχω εμπιστοσύνη ρε μωράκι.
Είμαι σίγουρος πως δεν θα με προδώσεις αλλά κι αν το κάνεις θα το μετανοιώσεις πάρα πολύ πικρά. Αλλά τώρα πρέπει να σε αφήσω γιατί έχει φαγητό και μετά τρέξιμο.
Πολλά-πολλά φιλάκια στα χειλάκια σου.
Υ.Γ.: Θα σου πω μια αλήθεια. Κάθε μέρα που περνάει επιθυμώ και νοσταλγώ εσένα και την πόλη μας.
Αυτό που με γέμισε χαρά ήταν το γεγονός ότι προσπαθούσε να καταφέρει μια μετάθεση και να φύγει απ’ την Ρόδο. Θα ερχόταν πιο κοντά κι έτσι πια δεν θα βασάνιζα το μυαλό μου να βρω τρόπο να πάω κοντά του. Είχα κάνει μια νύξη στον Μάνο για να μου δώσει κάνα διήμερο απ’ την κανονική μου άδεια και μου το είχε αποκλείσει. Χωρίς δικαιολογία. Όταν ο Μάνος απέκλειε κάτι, δεν υπήρχε περίπτωση να στο αιτιολογήσει. Η κάθε απόφαση του ήταν ντε φάκτο! Είχα απογοητευτεί, αλλά πια δεν είχα λόγο. Ο Στράτος δεν μου είχε αναφέρει αν ήταν κανονική μετάθεση ή είχε πέσει κάποιο βύσμα για να φύγει από εκεί. Κι ούτε μου είχε αναφέρει ότι υπήρχε κάποια αιτία. Στο γράμμα του είχε αποφύγει να μου δώσει εξηγήσεις. Μόνο όταν μου τηλεφώνησε ο Γιάννης, έμαθα ποιος ήταν ο λόγος που προσπαθούσε να επισπεύσει την μετάθεση του: η ζωή του στο στρατόπεδο που βρισκόταν ήταν ένα μόνιμο καψόνι. Περνούσαν οι μήνες της θητείας και τα καψόνια κι οι αγγαρείες ήταν μια μόνιμη υποχρέωση για τον Στράτο. Ο λοχίας του τον είχε στο μάτι και κάθε φορά τον έτρεχε με το παραμικρό. Αν δεν ήταν ο λοχίας –όπως είπε στον Γιάννη- δεν θα έκανε καμία κίνηση για μετάθεση. Αν τελικά όντως κατάφερνε την μετάθεση τα πράγματα με μας τους δύο θα έπαιρναν το δρόμο τους και έτσι δεν θα φοβόταν να μην με χάσει! Έβαλα το γράμμα στον φάκελο και το φίλησα: «θα σε περιμένω».