Ήθελα πολύ να ξεδιαλύνω όλο αυτό το μπέρδεμα, αλλά βάζοντας την λογική μπροστά αναρωτιόμουν αν όλο αυτό ήταν απλά μια καλοκαιρινή τρέλα.

- Παιδιά επειδή νοιώθω εξαντλημένος απ’ τα πέρα δώθε εγώ θα μείνω στο σπίτι. Εσείς αν θέλετε συνεχίστε. Δεν έχω πρόβλημα!
Η καρδιά μου πετάρισε. Και ναι, ήταν γεγονός! Και ναι, θα ήμουν μόνη με τον Στράτο! «Για συγκρατήσου Μαρινάκι λίγο! Ο Στράτος θέλει να συνεχίσει;». Ναι σίγουρα. Υπάρχει κι άλλος που πρέπει να συμφωνήσει:
- Είσαι σίγουρος; Μήπως δεν είσαι καλά να μείνουμε; Ρώτησε ο Στράτος τον φίλο του.
- Όχι-όχι! Πηγαίνετε εσείς. Εγώ θα πέσω για ύπνο και θα ‘μια μια χαρά! Απάντησε ο Γιάννης.
Και επιτέλους μείναμε εγώ κι ο Στράτος να βαδίζουμε τον δρόμο προς το «Στάντιουμ».
Ένοιωθα τόσο αμήχανα που περπατούσε δίπλα μου. Και δεν μιλούσαμε. Είχαμε πράγματα να πούμε αλλά δεν έβγαιναν απ’ το στόμα μας. Περίμενα να με πλησιάσει και να περάσει το χέρι του απ’ την μέση μου και να με κολλήσει επάνω του. Όσο κι αν το ήθελα δεν το έκανε. Όπως κι εγώ δεν τολμούσα να τον πλησιάσω περισσότερο. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού μου και βάδιζα σκεπτική. «Τώρα εμείς πάμε να διασκεδάσουμε; Τρελά κέφια που έχουμε!». Σκέφτηκα. Ξαφνικά μια περίεργη αμηχανία επικρατούσε μεταξύ μας. Μείναμε μόνοι μας και δεν ξέραμε πώς να το εκμεταλλευτούμε:
- Μένει κανείς εδώ; Με ρώτησε ξαφνικά
Τον κοίταξα περίεργα για την αναπάντεχη ερώτησή του. Προσπαθούσα να καταλάβω σε τι αποσκοπούσε το ερώτημα. Μου έδειξε το μικρό σπιτάκι που προσπερνούσαμε τώρα και που ήταν στην γωνία πιο κάτω απ’ το σπίτι μας. Κοίταξα να δω αν στον αυλόγυρο υπήρχε κάνα αυτοκίνητο, γιατί θυμάμαι απ’ τα περασμένα καλοκαίρια ή κάποιο ηλικιωμένο ζευγάρι θα βρισκόταν εδώ για να ξεκαλοκαιριάσει ή ο γιος τους. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε μέσα. Τα εξώφυλλα των παραθυριών ήταν σφαλιστά και απ’ το τζάμι της πόρτας εισόδου δεν διακρινόταν κανένα φως μέσα.
- Ναι! Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, αλλά μάλλον θα έχουν ανέβει στο χωριό.
Είπα εξερευνώντας το σπίτι με τα μάτια όπως έκανε κι ο Στράτος και δεν καταλάβαινα τίποτε. Να του άρεσε να τρυπώνει σε παλιά διαρρηγμένα σπίτια που ήταν υπό κατεδάφιση; Αυτό εδώ όμως το σπιτάκι δεν ήταν υπό κατεδάφιση και δεν ήταν διαρρηγμένο. Μια χαρά στεκόταν στα θεμέλια του και το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα κλάδεμα στα περίσσια κλαδιά της κληματαριάς που είχαν ξεπέσει απ’ την κρεβατίνα και ένα καλό βάψιμο!
- Κρίμα! Κι ήθελα να του ανάψουμε φωτιά! Είπε με μια μικρή απογοήτευση και πλησίασε κοντά μου καρφώνοντας τα μάτια του στα δικά μου.
Να του ανάψουμε φωτιά; Τι περίεργη εμπρηστική επιθυμία ήταν αυτή τώρα; Δεν μου εξήγησε και δεν καταλάβαινα τι ήθελε ακριβώς να κάνει. Προχωρούσε μια ανάσα δίπλα μου κι άναψε τσιγάρο. Στο πρόσωπο του διέκρινα απογοήτευση:
- Ότι και να ‘ναι προσπάθησε να το ξεχάσεις. Πάμε για να διασκεδάσουμε. Είπα.
Δεν απάντησε και συνέχισε να καπνίζει εκνευρισμένος. Τον κοιτούσα κι αναρωτιόμουν αν έφταιγα εγώ. Αν είπα κάτι που τον πείραξε. Δεν έλεγε να πει κάτι. Να φύγει αυτή η περίεργη αμηχανία αναμεταξύ μας, βρε αδερφέ! Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που μας τύχαινε να μείνουμε μόνοι μας και εκείνος δεν τολμούσε να κάνει το οτιδήποτε. Ήταν λες και κάτι τον στρίμωχνε και δεν τον άφηνε να εκδηλωθεί. Τον άφηνα να προχωρά καμιά φορά και λίγα βήματα πιο μπροστά από εμένα και διέκρινα την μεγάλη αμηχανία του. Δεν μπορούσα να τον καταλάβω αλλά κι ούτε που ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση κάνοντας ερωτήσεις που ίσως να έπαιρνα κι απαντήσεις που δεν ήθελα να ακούσω. Φάνταζε τόσο παράξενος και ξένος εκείνη την στιγμή. Χαμένος στις δικές του σκέψεις. Ο καπνός έβγαινε απ’ το στόμα του δυνατός. Σαν εκείνη την στιγμή στέναζε απ’ το άγχος του. Σαν να ήθελε να κάνει αυτό που ένοιωθε αλλά δεν το έκανε και ποιος ξέρει γιατί. Δεν μπορούσα να σκέφτομαι και γι’ αυτόν. Αν ήθελε, εγώ ήμουν στην διάθεσή του. Έσκυψα το κεφάλι κι άρχισα να κλοτσάω πέτρες σε όλη την διαδρομή μέχρι το κλαμπ. Στην ουσία αυτό που ήθελα να κάνω εκείνη την στιγμή ήταν να τον αρπάξω απ’ το χέρι και να του δώσω να καταλάβει ότι τον νοιαζόμουν πάρα πολύ. Κι ότι αν ήθελε κάποιον να μιλήσει για αυτά που τον έπνιγαν και κατέκλυζαν το κεφάλι του, ήμουν δίπλα του. Κοντά του. Έτοιμη να ακούσω τα πάντα. Δεν με ένοιαζε αν αυτά που θα άκουγα θα με πλήγωναν, αρκεί που θα μου ανοιγόταν. «Τι σε βασανίζει καρδιά μου;» ρώτησα μέσα μου και τον κοιτούσα που στιγμές-στιγμές ξεφυσούσε.
Φτάσαμε στο «Στάντιουμ». Μπήκαμε μέσα στο καλοκαιρινό κλαμπ το οποίο ήταν αποπνικτικά γεμάτο. Δεν υπήρχε θέση να σταθούμε. Ούτε τραπέζι, ούτε πάσο. Ούτε καν η μπάρα είχε ελάχιστο ελεύθερο χώρο. Εκεί που μπορούσαμε να κάτσουμε κάπως στριμωχτά ήταν στα σκαλάκια-κερκίδες που είχαν φτιαχτεί ολόγυρα στην πίστα. Ενώ στις τέσσερις γωνίες του κλαμπ υπήρχαν πυλώνες-προβολείς κι έτσι όλη η εικόνα του κλαμπ έδινε την αίσθηση ενός μικρού σταδίου.
Καθίσαμε αμίλητοι δίπλα δίπλα. Αποξενωμένοι. Απόμακροι. Ούτε καν φίλοι. Και δεν ξέρω το γιατί. Εγώ κοίταζα τριγύρω τον κόσμο κι έκανε το ίδιο κι ο Στράτος. Καρφίτσα δεν έπεφτε εκεί μέσα. Καθόμασταν αμίλητοι κι αυτό άρχιζε να με εκνευρίζει. Μα τίποτε δεν είχαμε πια να πούμε; Η μουσική ήταν εκκωφαντική κι έτσι σίγουρα και να μιλούσε δεν θα τον άκουγα. Αυτό που έκανε ήταν να καπνίζει συνέχεια. Το ένα έσβηνε το άλλο άναβε. Δεν μπορούσα να δώσω κάποια λογική εξήγηση για το τι γινόταν μέσα του. Να ήμουν εγώ η αιτία που του προκαλούσα τόσο εκνευρισμό; Χιλιάδες πράγματα όμως μπορούσα να φανταστώ που μπορεί να του προκαλέσουν αυτή την ένταση που είχε:
- Έχεις δίκιο. Ήρθαμε να διασκεδάσουμε.
Μου φώναξε και με μια κίνηση με τράβηξε στην πίστα να χορέψουμε. Του γελούσα και προσπαθούσα να του κλέψω ένα του χαμόγελο. Δεν έκανε τίποτε. Δεν με κοιτούσε καν. Ήταν λες και δεν υπήρχα. Λες και χόρευε με μια άγνωστη του. Ακολουθήσαμε το ρυθμό της μουσικής και τα κορμιά μας κινούνταν γρήγορα σ’ ένα ξέφρενο ρυθμό. Παρασυρθήκαμε. Λες και βρεθήκαμε απ’ το τίποτα σε έκσταση. Τώρα κοιταζόμασταν και τραγουδούσαμε όσα απ’ τα τραγούδια ξέραμε και τα καταλαβαίναμε. Και χορεύαμε συνέχεια. Το στρίμωγμα στην πίστα, οι φιγούρες μας, το τραγούδι μας δεν με άφηναν στιγμή να αφήσω το μυαλό μου να ταξιδεύει. Και ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Έκλεισα τα μάτια και χόρευα. Μου άρεσε έτσι. Ένοιωθα την μουσική να με παρασέρνει. Μετά από λίγο διαπίστωσα ότι χόρευα μόνη μου. Αισθάνθηκα αμήχανα. Όχι ότι όλοι το είχαν προσέξει. Με το πανδαιμόνιο που επικρατούσε στην πίστα, σίγουρα δεν το είχε παρατηρήσει κανείς. Μα που πήγε έτσι ξαφνικά; Κατάφερα και βγήκα απ’ το πλήθος και κατευθύνθηκα πάλι στα σκαλάκια. Ούτε εκεί ήταν. Έκατσα και με το βλέμμα μου τον αναζητούσα. «Λες να σηκώθηκε και να έφυγε; Και γιατί να το κάνει και να με αφήσει σύξυλη εκεί μέσα; Μήπως μου το είπε και δεν το άκουσα;». Δεν ήξερα τι να κάνω. «Να μείνω ή να φύγω; Τι στο διάολο έπαθε το μουλάρι και μου φέρθηκε έτσι;». Κοίταξα το ρολόι μου και κάθε φορά που το κοίταζα η ώρα δεν περνούσε αλλά αισθανόμουν σαν να είχε περάσει αρκετός χρόνος. Σκέφτηκα να σηκωθώ να τον ψάξω. Αν όμως ερχόταν και δεν με έβρισκε; «Κάτσε, ίσως επιστρέψει. Αν σε δέκα λεπτά το πολύ κάνα τέταρτο δεν γυρίσει σήκω φύγε». Και γιατί να του δώσω τόσο χρόνο; Μήπως ήταν πολύς; Ένοιωσα πολύ άσχημα. Γιατί να με φέρει μέχρι εδώ και να σηκωθεί να φύγει; Τι το εγκληματικό έκανα και με παράτησε έτσι; Δεν το είχα καταλάβει, αλλά εκεί μες τις σκέψεις μου και την συνεχή αναζήτησή του με τα μάτια μου, δάκρυζα. Ένοιωθα ότι είχε ξεφτιλίσει την παρουσία μου. Και δηλαδή; Αυτό τον έκανε πιο μάγκα; Ήθελε να δείξει ότι ήταν υπεράνω; Ότι εγώ δεν άξιζα τίποτε; Ωχ! Θεέ μου! Τι είναι κι αυτό απόψε πάλι; Τι άλλο στραβό θα μου τύχει; Την τύχη μου πια!
Έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου. Δεν ήθελα κανένας να δει ότι εκείνη την στιγμή ένοιωθα άσχημα. Εγώ περίμενα πως και πώς να μείνουμε επιτέλους οι δυο μας κι αυτός μου φερόταν έτσι;
- Τι έγινε; Γιατί κλαις;
Τον άκουσα ξαφνικά μέσα στο αυτί μου. Είχε καθίσει δίπλα μου και στα χέρια του είχε δυο ποτήρια με ποτά να πιούμε. Μου πρόσφερε το ένα.
- Γιατί δεν μου είπες ότι θα πήγαινες να πάρεις ποτά;
- Δεν ήθελα να στο χαλάσω έτσι όπως χόρευες. Άλλωστε φαντάστηκα ότι δεν θα αργούσα και θα επέστρεφα πριν το καταλάβεις. Συγγνώμη, δεν το έκανα επίτηδες!
Τον κοίταξα ανακουφισμένη και του γέλασα. Είχαν περάσει απ’ το μυαλό μου άσχημες σκέψεις κι αυτός απλώς για δυο ποτά είχε χαθεί.
- Αλήθεια γιατί κλαις; Με ξαναρώτησε.
- Α! Τίποτα! Έριξαν πολύ καπνό στην πίστα και με έτσουξαν τα μάτια!
Τι να του πω; Δεν ήθελα να του πω! Γιατί ότι και να του έλεγα θα έδειχνα εντελώς γελοία μπροστά του με το μυαλό που έχω και πλάθει σενάρια επιστημονικής φαντασίας καμιά φορά. Ο Στράτος έδειχνε τώρα να διασκεδάζει. Άναψε ένα τσιγάρο ακόμη και μου πρόσφερε να ρουφήξω κι εγώ λίγο απ’ τον καπνό. Το έκανα με ευχαρίστηση. Αυτό ήταν όμως. Δεν είχα την ανάγκη του καπνού στα πνευμόνια μου, αφού τώρα ήταν δίπλα μου και δεν είχε σηκωθεί να φύγει.

- Μαρίνα; Πάμε να καθίσουμε; Με ρώτησε ο Στράτος.
Δεν του αρνήθηκα. Κρατώντας με απ’ το χέρι βρεθήκαμε και πάλι στα σκαλάκια μας. Καθίσαμε. Πήρα το ποτό μου. Δεν ήθελα να το αγγίξω. Νόμιζα πως αν έβαζα το ποτό στα χείλη μου θα έχανα τα ίχνη του ιδρώτα του που είχαν κολλήσει επάνω τους. Κοίταζα το ποτήρι μου κι ο Στράτος το τσούγκρισε για την ‘υγειά’ μας! Του χαμογέλασα κι έκανα ότι έκανε: ήπια μονορούφι ότι αλκοόλ είχα αφήσει στο ποτήρι. Μου το ζήτησε και του το έδωσα. Και ξαναχάθηκε εκεί μέσα στο πλήθος. Τώρα ήξερα που πήγαινε. Θα έφερνε δεύτερη δόση ποτών. Μου άρεσε. Κι ένοιωθα την καρδιά μου να χορεύει στην κυριολεξία. «Είσαι ερωτευμένη μαζί του» σκέφτηκα. Γέλασα στην σκέψη. «Είμαι σίγουρα; Ή μήπως πρόκειται για το ίδιο τερτίπι της φαντασίας μου, όπως νόμιζα και με τον Γιώργο ότι ήμουν ερωτευμένη;». Το βλέμμα μου είχε χαθεί στο πουθενά και προσπαθούσα να μου απαντήσω σε κάτι πολύ σημαντικό. Με τον Γιώργο δεν συνέβαιναν πράγματα. Δεν με είχε αγκαλιάσει ποτέ, δεν είχαμε χορέψει ποτέ, δεν είχαμε ανταλλάξει τρυφερά φιλιά ποτέ… Με τον Στράτο ήταν αλλιώς. Ήμασταν κοντά. Κι όσο κι αν θέλαμε να μείνουμε για τους τύπους –λόγω Γιάννη- σε κάποια απόσταση, στην ουσία ήμασταν κοντά. «Μαρίνα συγκρατήσου. Ίσως και να μην είναι έτσι». Έπρεπε να συγκρατηθώ. Αν και η καρδιά μου έλεγε πως αυτή την φορά ήμουν ερωτευμένη, έπρεπε να επικρατήσει η λογική. Δεν ήμουν πια η έφηβη που ενθουσιαζόταν με τα ψίχουλα του Γιώργου. «Είσαι ώριμη κοπέλα και πρέπει να αφήσεις τις στιγμές να κυλήσουν και με τον χρόνο θα δεις τι είναι τελικά αυτό που νοιώθεις για τον Στράτο».
- Τι σκέφτεσαι; Διέκοψε τον ειρμό μου ο Στράτος, ο οποίος κατέφθασε με τα δυο ποτήρια και πάλι γεμάτα ποτό.
- Ορίστε; Είπα ξαφνιασμένη.
- Ρωτάω τι σκέφτεσαι!
Μου ξαναείπε και έκατσε στριμώχνοντας με. Τσούγκρισε και πάλι το ποτήρι για την ‘υγειά’ μας και ήπιε μια γουλιά κοιτώντας με να του απαντήσω:
- Τα λάθη μου! Του είπα κι ήπια κι εγώ.
- Το ‘κόλλημα’ σου;
- Όλα μαζί. Είπα.
- Τα λάθη για τους ανθρώπους είναι. Λάθη είμαστε κι ανθρώπους κάνουμε, δεν λένε; Αστειεύτηκε.
- Όταν όμως αυτά τα λάθη σου τρώνε την ζωή; Είπα σκεπτόμενη τον Γιώργο και το πόσα χρόνια άφησα να χαθούν για μια ευκαιρία.
- Πας για άλλα. Έτσι είναι η ζωή. Μου είπε σοβαρά κι άναψε τσιγάρο.
- Και πάει λέγοντας…
- Μέχρι να βρεις το σωστό. Εκεί σταματάς.
Κοίτα να δεις που κάναμε σοβαρή κουβέντα! Ήθελα τόσο πολύ να με αγκαλιάσει. Το είχα ανάγκη εκείνη την στιγμή. Μια αγκαλιά για παρηγοριά και για τίποτε άλλο. Πίναμε τα ποτά μας και τραγουδούσαμε. Μιλούσαμε για μουσική και ξεκουφαίναμε ο ένας τον άλλον στην προσπάθεια να κάνουμε μια κουβέντα για μουσική.

Η επιστροφή μας ήταν λες και δεν είχε μεσολαβήσει τίποτε. Λες και δεν διασκεδάσαμε νωρίτερα. Προχωρούσαμε και πάλι αμίλητοι. Εγώ με τα χέρια στις τσέπες κι ο Στράτος με ένα τσιγάρο αναμμένο. Σήμερα κάπνιζε πάρα πολύ. Δεν ξέρω τι τον είχε πιάσει. Και πάλι έπιανα τον ίδιο εκνευρισμό και δεν μπορούσα να καταλάβω. Είχαμε περάσει ωραία: και κουβεντιάσαμε και τραγουδήσαμε και ήπιαμε τα ποτά μας. Τι έγινε κι αυτά πήγαν ξαφνικά χαμένα;
- Έλα εδώ. Τον άκουσα ακριβώς δίπλα μου και το χέρι του τυλίχτηκε στην μέση μου.
Και πάλι τίποτε. Κενό. Προχωρούσαμε αμίλητοι, με την διαφορά ότι ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλο.
- Στράτο; αποφάσισα να σπάσω την ησυχία και να πάρω την απάντηση στο ερώτημα που με βασάνιζε μέρες.
- Τι είναι; Ρώτησε ήσυχα.
- Τι μας συμβαίνει; Ρώτησα δειλά.
Η απάντηση του δεν ερχόταν. Κοίταζε το έδαφος έτσι όπως προχωρούσαμε και το βλέμμα του έδειχνε ότι κάτι σκεφτόταν. Αναρωτιόταν κι αυτός άραγε το ίδιο όπως κι εγώ; Είχε την ίδια απορία με την δική μου;
- Μακάρι να ‘ξερα. Μακάρι να ‘ξερα. Είπε τελικά.
Αναστέναξε ξεφυσώντας τον καπνό και με έσφιξε περισσότερο επάνω του. Κι έτσι εκεί στην αγκαλιά του φτάσαμε στο σπίτι, με ένα ίδιο ερώτημα να βασανίζει και τους δυο μας. Νοιώθαμε τα ίδια πράγματα, αλλά με τι τρόπο να τα βεβαιώσεις;